Alpha 1 News

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΟΚΟΤΑΣ - ''ΕΔΙΝΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ''. 23 ΜΑΡΤΙΟΥ 1937...83 ΕΤΩΝ...

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΚΟΚΟΤΑΣ - ''ΕΔΙΝΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ''. 23 ΜΑΡΤΙΟΥ 1937...83 ΕΤΩΝ...
«Πλούσιος σε αισθήματα, όχι σε λεφτά. Γιατί αυτός τα λεφτά τα σκορπάει, δεν τους δίνει σημασία». Ετσι είχε πει ο Ζαμπέτας για τον Κόκοτα στην Ιωάννα Κλειάσιου («Και η βρόχα έπιπτε… στρέιτ θρου», εκδ. Ντέφι). Γελάει σαν το ακούει. «Πράγματι, εγώ κυνήγησα την αγάπη του κόσμου και την κέρδισα. Το μυστικό της επιτυχίας μου ήταν ότι έδινα την ψυχή μου στο τραγούδι. Οπου πήγα, άφησα τη σφραγίδα μου: την ερμηνεία. Ολα αυτά κάνανε τον Σταμάτη να έχει πάντα ένα χαμόγελο για τον κόσμο».
Πενήντα τέσσερα χρόνια καριέρας αν μετρήσουμε από το 1966, όταν ξεπρόβαλε με τη βοήθεια του Σταύρου Ξαρχάκου, σαν το νέο αστέρι. Αν προσθέσουμε και τα χρόνια που ήταν στο Παρίσι, είναι περισσότερα, αλλά αποφεύγει να τα μετρήσει: «Τι να λέμε τώρα. Σαν Σταμάτης είμαι ευχαριστημένος. Ο,τι περίμενα από τον κόσμο μού το έδωσε κι εγώ του έδωσα ό,τι δεν περίμενε... Ο,τι τραγούδησα έγινε σουξέ».
Στις «Διπλοπενιές» του Γιώργου Σκαλενάκη, με τους Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ, ο νεαρός Σταμάτης εμφανίζεται να παίζει μπουζούκι στην ορχήστρα. Τα τραγούδια «Στου Οθωνα τα χρόνια» και «Με τι καρδιά να σ’ αποχαιρετήσω» σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική Σταύρου Ξαρχάκου στην ταινία ακούγονται από τον Παπαμιχαήλ, όμως αγαπήθηκαν από τον Κόκοτα στο «Ενα μεσημέρι» που βγήκε στην Columbia. Τότε έλαμψε το άστρο του. Φρέσκια, μελωδική φωνή, ευγένεια, στιβαρό ύφος, μπολιασμένο με κάτι από τη διεθνή ποπ της εποχής. Τέλος της δεκαετίας του ’60 και για τα επόμενα χρόνια, ηχογραφεί τη μία επιτυχία μετά την άλλη με τους Ξαρχάκο, Μούτση, Καλδάρα, Σπανό, Χατζηνάσιο, αλλά και τον Τσιτσάνη και τον Θεοδωράκη. Και από στιχουργούς ένας κι ένας: Γκάτσος, Παπαδόπουλος, Παπαγιαννοπούλου, Παπαστεφάνου...
«Ο πατέρας ήταν γιατρός και η μητέρα τραπεζικός. Εμένα με κέρδισε το τραγούδι». Μια κιθάρα που του χάρισε η μητέρα του στα 14 τον ξεμυάλισε, μετά πήρε μέρος στο Τρίο Μπραζίλ. Πήγε στο Παρίσι να σπουδάσει ιατρική, όπως ήθελε η οικογένεια, όμως εκεί άρχισε το τραγούδι σε καμπαρέ. Η λατρεία των γυναικών είναι ένα ακόμη κεφάλαιο. «Ε, καλά, αυτά δεν τα λέμε. Τα κορίτσια της εποχής σε όλους εκδήλωναν τον θαυμασμό τους. Εγώ “μιλούσα” στην ψυχή των γυναικών. Αλλά ήμουν και ωραίο παιδί, δεν ήμουν του πεταματού. Τι να σας πω: ήμουν περαστικός από τη ζωή όλων των γυναικών. Και με κάθε τραγούδι που γινόταν πάντα νέο σουξέ, οι αγάπες πολλαπλασιαζόντουσαν».
Ο Ωνάσης του είχε αδυναμία. «Ο Αρίστος με ξεχώριζε και η Μαρία μού έλεγε “τι γλυκά που τραγουδάς Σταμάτη”. Με τη Μαρία δεν ήταν εύκολο να μιλήσει κάποιος, δεν συζητούσαμε πολύ, λίγα πράγματα. Της χάρισα όμως έξι long play δικά μου τα οποία άκουγε κάθε βράδυ, όταν ήθελε να ξεκουραστεί. Χάρηκα που είχα την τύχη να γνωρίσω μια τέτοια κυρία. Ο μεγάλος Ωνάσης δεν κοιμόταν πολύ. Επέστρεφα από το μαγαζί το πρωί και έπειτα από δύο ώρες ύπνου, ερχόταν ο οδηγός του κάτω από το σπίτι μου και μου έλεγε “σήκω, το αφεντικό είπε να πάμε στον Σκορπιό”. Ξέρεις, με ελικόπτερο και τα σχετικά. Ηταν εξαιρετικός ο Αρίστος. “Σταματάκη, όλα καλά;” έλεγε. ΄Η με ρωτούσε: “Τον Αλέξανδρο πώς τον βλέπεις, οδηγεί καλά;». Ασ’ τα να μην τα θυμάμαι. Με πειράζει…».
Στα 83 του δεν βγαίνει πολύ. «Σπίτι κάτι θα βρω να κάνω, γράφω στίχους, το μικρόβιο υπάρχει. Δεν φοβάμαι τίποτα. Τη ζωή πρέπει να την παίρνεις όπως έρχεται».
Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο