Alpha 1 News

ΚΟΥΛΑ ΑΓΑΓΙΩΤΟΥ - ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ '' ΕΙΧΕ ΑΝΗΨΙΟ ΕΝΑ ''ΔΡΑΚΟ'' ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΔΕΛΦΗ ΜΕ ''ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ''.

ΚΟΥΛΑ ΑΓΑΓΙΩΤΟΥ - ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ '' ΕΙΧΕ ΑΝΗΨΙΟ ΕΝΑ ''ΔΡΑΚΟ'' ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΔΕΛΦΗ ΜΕ ''ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ ''.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1915. Δυο από τις σημαντικές της εμφανίσεις στον κινηματογράφο ήταν στην ταινία Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού και στην ταινία Δόκτωρ Ζιβέγγος με τον Θανάση Βέγγο και τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο.
Ο ρόλος που την έκανε περισσότερο γνωστή στο ελληνικό κοινό είναι της μητέρας του Βάσου Ανδριανού [ΑΛΕΞΗ] στην σειρά Μεθοριακός Σταθμός 1975-1981 της ΥΕΝΕΔ (σημερινής ΝΕΤ) και στο ρόλο της Σοφίας Σοφιανού στην σειρά Το ρετιρέ, παραγωγής 1990 από το Mega Channel. Ως μητέρα της Κατερίνας (Κατερίνα Γιουλάκη), κατάφερνε πάντα να δημιουργεί σουρεαλιστικές καταστάσεις συνεπικουρούμενη από την εγγονή της Ειρήνη (Τζόυς Ευείδη). Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε στο Κουκάκι ξεχασμένη με τη φροντίδα της ανιψιάς της, Σοφίας Μπούκου. Απέκτησε μια κόρη. Πέθανε το Δεκέμβριο του 2006.
Κούλα Αγαγιώτου! Πόσο οικείο το πρόσωπο της! Εκείνο με τα ψηλά ζυγωματικά που έριχναν ωραίες σκιές στα κοντινά της, τις μακριές της βλεφαρίδες και τον ψηλό λαιμό, που στα ώριμα χρόνια της διασημότητας της στην τηλεόραση, πρόδιδαν μια σπουδαία, αλλοτινή καλλονή.
Αυτή η γυναίκα που έπαιζε συχνά την αφελή, τη μητρική φιγούρα την προστατευμένη και άμαθη στην κακία του κόσμου, είχε πίσω της μια φρίκη, οικογενειακή, αιματοβαμμένη, που λίγοι γνώριζαν και οι συνάδελφοι της στο θέατρο, δεν συζητούσαν, σεβόμενοι πάντα την αξιοπρέπεια της. Η οικογένεια των ηθοποιών σώπαινε και πάντα της έβρισκε δουλειά, όχι μόνο για το ταλέντο της, αλλά για εκείνη τη βαριά σκιά που χε η ζωή της.
Μια ζωή, που ακολούθησε παράλληλα τα βάσανα, τις αλλαγές, τις συγκρούσεις της χώρας, αλλά που περιστατικά της, στα οποία πρωταγωνιστούσε γίνανε ταινία, πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες, είδηση που συγκλόνισε την κοινωνία της εποχής. Ώσπου να πεθάνει, ξεχασμένη σε ένα διαμέρισμα στο Κουκάκι, με μια τηλεόραση να παίζει δυνατά άλλη μια επανάληψη απ το Ρετιρέ και να μαθευτεί ο θάνατος της μήνες μετά!

Τη νύχτα της 23ης Απριλίου του 1964, ο νεαρός Δημήτρης Ζάγκας βγήκε από το σπίτι του αποφασισμένος να σκοτώσει. Δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο κατά νου, ούτε κίνητρο. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να δολοφονήσει μια γυναίκα. Ξεκίνησε από το Σύνταγμα, αλλά η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο και δεν βρήκε την ευκαιρία που περίμενε. Πέρασε λίγη ώρα στο σπίτι του πατέρα του και μετά ξαναβγήκε «παγανιά». Κατέληξε να περιπλανιέται στο Παγκράτι και εκεί είδε μια νεαρή γυναίκα, ντυμένη προκλητικά που τραβούσε όλα τα βλέμματα πάνω της. Την ακολούθησε, κρατώντας ένα μαχαίρι στο αριστερό του χέρι. Τρεις φορές αποπειράθηκε να της επιτεθεί, αλλά τον έβλεπε κόσμος από τα μπαλκόνια. Με δυσκολία έκανε υπομονή, μέχρι που η κοπέλα έστριψε σε ένα σκοτεινό στενό. Ο Ζάγκας την πλησίασε στις μύτες των ποδιών του και τη μαχαίρωσε στη πλάτη. Η κραυγή του θύματος ειδοποίησε τους γείτονες, αλλά ο Ζάγκας πρόλαβε να σκουπίσει το μαχαίρι στα ρούχα του και να εξαφανιστεί. Η αστυνομία, όπως ήταν λογικό, εστίασε την έρευνά της στο θύμα, τη Μαρία Μπαβέα. Ανακάλυψε ότι η Μαρία δεν ήταν «αγνή» και ότι ο αρραβωνιαστικός της, Λάζαρος Μαυρίδης, την είχε αναγκάσει να περάσει από ιατρική εξέταση παρθενίας. Ο Τύπος της εποχής με επιπολαιότητα, έγραψε ότι το θύμα ήταν «μια πεταλούδα του έρωτα», η οποία προκαλούσε τους άντρες. Ύποπτοι ήταν Κορσικανοί ναύτες, χασάπηδες, ακόμα και κουρείς. Για τρεις βδομάδες, οι φήμες οργίαζαν και η αστυνομία δεν κατέληγε σε κάποιο συμπέρασμα. Η ηθοποιός Κούλα Αγαγιώτου ήταν θεία του δράστη.

Στις 12 Μαΐου, το φονικό όπλο έφτασε στα χέρια των αστυνομικών από τη θεία του Ζάγκα, την γνωστή ηθοποιό Κούλα Αγαγιώτου. Μετά από τέσσερις μέρες, συνέλαβαν τον Ζάγκα και στο σπίτι του βρήκαν το ματωμένο πουκάμισο, που φορούσε τη νύχτα της δολοφονίας. Ο 20χρονος εγκληματίας ομολόγησε αμέσως: «Εγώ τη σκότωσα αυτή την Μπαβέα». Ο σχιζοφρενής δολοφόνος που μισούσε τις γυναίκες Ο Δημήτρης Ζάγκας μισούσε τις γυναίκες, γιατί τον απέρριπταν συνέχεια. Μισούσε τη μητέρα του, γιατί τον γέννησε άσχημο και τη θεία του, γιατί τον κατέδωσε στην αστυνομία. Όνειρό του ήταν να κάνει εγχείρηση για να μοιάσει στον Δον Ζουάν. Είχες τρεις φίλους, τους οποίους περιέγραψε η θεία τους ως: «ένας κουτσός, ένας νάνος και ένας ψυχικά ανώμαλος». Οι γονείς του χώρισαν μετά από έξι μήνες γάμου κι η μητέρα του κλείστηκε σε ψυχιατρείο. Ο Ζάγκας μεγάλωσε με τη θεία του, η οποία όπως έλεγε μισούσε τη μητέρα του και τον προέτρεπε να τη σκοτώσει. Ο Ζάγκας με το δικηγόρο του, Δ. Πουλέα Από μικρός ήταν φιλάσθενος και αντικοινωνικός Παράτησε το σχολείο γιατί πίστευε ότι οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν, επειδή δεν μπορούσε να προφέρει το «ρ». Μεγαλώνοντας έπαθε εμμονή με την ιστορία του Τζακ του Αντεροβγάλτη και του Ρωμαίου αυτοκράτορα, Καλιγούλα. Όποτε έβλεπε κηδεία στο δρόμο, ακολουθούσε τον κόσμο και περίμενε να δει την ταφή του νεκρού. Τα βράδια, κοιμόταν σε νεκροταφεία και έβαφε τα δόντια του κόκκινα, για να μοιάζει με το είδωλο του, τον Δράκουλα. Πέρασε δυο χρόνια έγκλειστος σε ψυχιατρική κλινική, αλλά η νοσηλεία δεν ωφέλησε τη ψυχική του ασθένεια. Με τον καιρό γινόταν πιο επικίνδυνος. Από το 1962, ο μόνος στόχος στη ζωή του ήταν να σκοτώσει όσες πιο πολλές γυναίκες μπορούσε και μετά να σκοτωθεί ο ίδιος σε συμπλοκή. Στις 13 Ιουνίου του 1965, το δικαστήριο έκρινε ότι «ο κατηγορούμενος ήταν ανιάτως φρενοβλαβής και επικίνδυνος» και καταδικάστηκε για το φόνο, αλλά με το ελαφρυντικό της πλήρους συγχύσεως. Αντί να φυλακιστεί, κλείστηκε σε ψυχιατρική κλινική....
Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, άτομα στέκονται