Alpha 1 News

ΑΛΕΚΟΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΟΣ - Ο ''PLAY BOY'' ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΕΚΑΝΕ 17 ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΓΑΜΟ.

ΑΛΕΚΟΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΟΣ - Ο ''PLAY BOY'' ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΕΚΑΝΕ 17 ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΓΑΜΟ.
                                                                                                                                                                       Ο πιο γνωστός καρπαζοεισπράκτορας του ελληνικού σινεμά, που έφτιαξε το χαρακτήρα του τρελόπαιδου, του πλέι μπόι, του αθεράπευτου γλετζέ, του ραλίστα, όπως ήταν περίπου και στη ζωή του. Άλλωστε ήταν γνωστός γυναικοκατακτητής με 17 αρραβώνες (ανάμεσά τους και πολλές ηθοποιοί) αλλά ούτε έναν γάμο. Τις περισσότερες καρπαζιές πρέπει να τις έφαγε από τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, αλλά και από τον Νίκο Σταυρίδη, ενώ την καλύτερη εμφάνισή του την έκανε στον «Εξυπνάκια» δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, κάνοντας έναν χαζούλη.
Ο Αλέκος Τζανετάκος γεννήθηκε το 1937 στην Αθήνα. Έμεινε ορφανός από μικρός και μεγάλωσε με τη μητέρα του και τις τέσσερις αδελφές του στα Μανιάτικα του Πειραιά (Τρεις από τις τέσσερις αδελφές του, η Άννα, η Νινή και η Κάσσυ, ακολούθησαν τα χνάρια του με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Τζάνετ). Τελείωσε νυχτερινό γυμνάσιο στον Πειραιά, δουλεύοντας το πρωί ως μεταλλουργός. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του «Θεάτρου Τέχνης- Κάρολος Κουν» και την Ανωτέρα Σχολή Κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου.
                                                                                                                                                                     Στο θέατρο πρωτοεμφανίστηκε το 1957 στο έργο «Οι Δικοί μας Άνθρωποι» των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου και συνέχισε σε ρόλους κλασσικού ρεπερτορίου, με το Περιφερειακό Θέατρο Θεσσαλονίκης του Κώστα Χατζώκου, σε τουρνέ ανά την Ελλάδα. Καθιερώθηκε ως πρωταγωνιστής στο πλευρό σπουδαίων κωμικών, όπως των Ορέστη Μακρή, Βασίλη Αυλωνίτη, Νίκου Σταυρίδη και Ρένας Βλαχοπούλου.
Η μεγάλη θεατρική του επιτυχία ήταν «Ο τρελός του Λούνα Παρκ» του Γιώργου Λαζαρίδη, που ανέβηκε το 1969 στο θέατρο «Παρκ», του οποίου ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής, με πρωταγωνιστές τον Θανάση Βέγγο και τη Σμαρούλα Γιούλη. Το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου περιόδευσε ο θίασος.
Στον κινηματογράφο, από όπου έγινε και ευρύτατα γνωστός, εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1956, στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Η αρπαγή της Περσεφόνης», σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλη. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τη «Φίνος Φιλμ», με την οποία γύρισε πολλές ταινίες, σε ρόλους «επιπόλαιου νέου», «γκαφατζή» και «καρπαζοεισπράχτορα».
                                                                                                                                                                        Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 αποσύρθηκε από το θέατρο και τον κινηματογράφο και ασχολήθηκε με τη συγγραφή σεναρίων για βιντεοταινίες, στις οποίες πρωταγωνίστησε ο ίδιος. Λάτρευε τις γυναίκες (17 φορές αρραβωνιάστηκε, όπως είχε δηλώσει, αλλά ποτέ δεν προχώρησε σε γάμο) και είχε πάθος με τον μηχανοκίνητο αθλητισμό, ο οποίος του χάρισε πολλές επιτυχίες.
Ο Αλέκος Τζανετάκος πέθανε από καρδιακή προσβολή στο «Ιπποκράτειο» της Αθήνας, στις 11 Απριλίου 2010, σε ηλικία 73 ετών. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, εξαιτίας ανευρύσματος αορτής.
                                                                                                                                                                      Ο Αλέκος Τζανετάκος στην αυτοβιογραφία του είχε αναφερθεί στις αδελφές και την μητέρα του, αφού ο πατέρας του είχε πεθάνει όταν εκείνος ήταν μωρό.
«Εμείς, μια πολυμελής φτωχή οικογένεια με τέσσερα κορίτσια και μία αγία μάνα που αγωνιζότανε κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά για να μας αναθρέψει. Πατέρας δεν υπήρχε, εγώ δεν γνώρισα πατέρα, είμαι ορφανός από μωρό. Πατέρας που πεθαίνοντας δεν μας άφησε ούτε έναν τενεκέ λάδι. Πατέρας Μανιάτης, δίμετρος, με δυο τεράστια καταγάλανα μάτια, πιστολάς και περήφανος με εξέχουσα θέση, ήταν δασονόμος. Για την εποχή έπινε πολύ απ’ ό,τι μου διηγείται η μάνα μου, τεράστια περιουσία στη Σπάρτη, από πλούσια οικογένεια, την οποία του την έφαγε ο γαμπρός του, ένας διαλοπαπάς, κι έτσι άφησε πέντε ορφανά στο δρόμο, λάθος του, και πέθανε από τη μεγάλη του περηφάνια και τον μανιάτικο εγωισμό του γυρίζοντας από μια περιοδεία στην Ερυμανθεία, εκεί μέναμε τότε».
ΑΛΕΚΟΣ ΤΖΑΝΕΤΑΚΟΣ - Ο ''PLAY BOY'' ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΕΚΑΝΕ 17 ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΓΑΜΟ.
Ο πιο γνωστός καρπαζοεισπράκτορας του ελληνικού σινεμά, που έφτιαξε το χαρακτήρα του τρελόπαιδου, του πλέι μπόι, του αθεράπευτου γλετζέ, του ραλίστα, όπως ήταν περίπου και στη ζωή του. Άλλωστε ήταν γνωστός γυναικοκατακτητής με 17 αρραβώνες (ανάμεσά τους και πολλές ηθοποιοί) αλλά ούτε έναν γάμο. Τις περισσότερες καρπαζιές πρέπει να τις έφαγε από τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, αλλά και από τον Νίκο Σταυρίδη, ενώ την καλύτερη εμφάνισή του την έκανε στον «Εξυπνάκια» δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, κάνοντας έναν χαζούλη.
Ο Αλέκος Τζανετάκος γεννήθηκε το 1937 στην Αθήνα. Έμεινε ορφανός από μικρός και μεγάλωσε με τη μητέρα του και τις τέσσερις αδελφές του στα Μανιάτικα του Πειραιά (Τρεις από τις τέσσερις αδελφές του, η Άννα, η Νινή και η Κάσσυ, ακολούθησαν τα χνάρια του με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Τζάνετ). Τελείωσε νυχτερινό γυμνάσιο στον Πειραιά, δουλεύοντας το πρωί ως μεταλλουργός. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του «Θεάτρου Τέχνης- Κάρολος Κουν» και την Ανωτέρα Σχολή Κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου.
Στο θέατρο πρωτοεμφανίστηκε το 1957 στο έργο «Οι Δικοί μας Άνθρωποι» των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου και συνέχισε σε ρόλους κλασσικού ρεπερτορίου, με το Περιφερειακό Θέατρο Θεσσαλονίκης του Κώστα Χατζώκου, σε τουρνέ ανά την Ελλάδα. Καθιερώθηκε ως πρωταγωνιστής στο πλευρό σπουδαίων κωμικών, όπως των Ορέστη Μακρή, Βασίλη Αυλωνίτη, Νίκου Σταυρίδη και Ρένας Βλαχοπούλου.
Η μεγάλη θεατρική του επιτυχία ήταν «Ο τρελός του Λούνα Παρκ» του Γιώργου Λαζαρίδη, που ανέβηκε το 1969 στο θέατρο «Παρκ», του οποίου ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής, με πρωταγωνιστές τον Θανάση Βέγγο και τη Σμαρούλα Γιούλη. Το έργο γνώρισε μεγάλη επιτυχία, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου περιόδευσε ο θίασος.
Στον κινηματογράφο, από όπου έγινε και ευρύτατα γνωστός, εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1956, στην ταινία του Γρηγόρη Γρηγορίου «Η αρπαγή της Περσεφόνης», σε σενάριο Ιάκωβου Καμπανέλη. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τη «Φίνος Φιλμ», με την οποία γύρισε πολλές ταινίες, σε ρόλους «επιπόλαιου νέου», «γκαφατζή» και «καρπαζοεισπράχτορα».
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 αποσύρθηκε από το θέατρο και τον κινηματογράφο και ασχολήθηκε με τη συγγραφή σεναρίων για βιντεοταινίες, στις οποίες πρωταγωνίστησε ο ίδιος. Λάτρευε τις γυναίκες (17 φορές αρραβωνιάστηκε, όπως είχε δηλώσει, αλλά ποτέ δεν προχώρησε σε γάμο) και είχε πάθος με τον μηχανοκίνητο αθλητισμό, ο οποίος του χάρισε πολλές επιτυχίες.
Ο Αλέκος Τζανετάκος πέθανε από καρδιακή προσβολή στο «Ιπποκράτειο» της Αθήνας, στις 11 Απριλίου 2010, σε ηλικία 73 ετών. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, εξαιτίας ανευρύσματος αορτής.
Ο Αλέκος Τζανετάκος στην αυτοβιογραφία του είχε αναφερθεί στις αδελφές και την μητέρα του, αφού ο πατέρας του είχε πεθάνει όταν εκείνος ήταν μωρό.
«Εμείς, μια πολυμελής φτωχή οικογένεια με τέσσερα κορίτσια και μία αγία μάνα που αγωνιζότανε κάνοντας οποιαδήποτε δουλειά για να μας αναθρέψει. Πατέρας δεν υπήρχε, εγώ δεν γνώρισα πατέρα, είμαι ορφανός από μωρό. Πατέρας που πεθαίνοντας δεν μας άφησε ούτε έναν τενεκέ λάδι. Πατέρας Μανιάτης, δίμετρος, με δυο τεράστια καταγάλανα μάτια, πιστολάς και περήφανος με εξέχουσα θέση, ήταν δασονόμος. Για την εποχή έπινε πολύ απ’ ό,τι μου διηγείται η μάνα μου, τεράστια περιουσία στη Σπάρτη, από πλούσια οικογένεια, την οποία του την έφαγε ο γαμπρός του, ένας διαλοπαπάς, κι έτσι άφησε πέντε ορφανά στο δρόμο, λάθος του, και πέθανε από τη μεγάλη του περηφάνια και τον μανιάτικο εγωισμό του γυρίζοντας από μια περιοδεία στην Ερυμανθεία, εκεί μέναμε τότε».
Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, άτομα κάθονται