Alpha 1 News

15 Νοεμβρίου 1922: Η εκτέλεση των Έξι

Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β’, το Έκτακτον Επαναστατικόν Στρατοδικείον, συσκεφθέν κατά Νόμον […] καταδικάζει παμψηφεί τους μεν Γεώργιον Χατζανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζήν και Νικόλαον Θεοτόκην εις την ποινήν του θανάτου. Τους δε Μιχαήλ Γούδαν και Ξενοφώντα Στρατηγόν εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών. Διατάσσει την στρατιωτικήν καθαίρεσιν των Γεωργίου Χατζανέστη, αρχιστρατήγου, Ξενοφώντος Στρατηγού, υποστρατήγου, και Μιχαήλ Γούδα, υποναυάρχου, και επιβάλλει αυτοίς τα έξοδα και τέλη…»
Στις 6:30 π.μ. της Τρίτης 15ης Νοεμβρίου 1922 ο πρόεδρος του εκτάκτου επαναστατικού στρατοδικείου, υποστράτηγος Αλέξανδρος Οθωναίος, ανακοίνωσε την απόφαση των στρατοδικών στους κατηγορουμένους για εσχάτη προδοσία πολιτικούς και στρατιωτικούς, στο πέρας της ιστορικής Δίκης των Εξ.
Είχαν προηγηθεί η σφαγή της Σμύρνης και η Μικρασιατική Καταστροφή, η συγκρότηση επαναστατικής επιτροπής, η παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου, η υπογραφή της ανακωχής στα Μουδανιά, η σύλληψη και η παραπομπή σε δίκη όσων είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις δραματικές για τον ελληνισμό εξελίξεις των τελευταίων μηνών.
Στο εδώλιο του κατηγορουμένου είχαν βρεθεί ο Δημήτριος Γούναρης, πρώην πρωθυπουργός και ιδρυτής του Λαϊκού Κόμματος, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, πρώην πρωθυπουργός και πανεπιστημιακός, Νικόλαος Στράτος, πρώην πρωθυπουργός, Γεώργιος Μπαλτατζής, πρώην υπουργός Εξωτερικών, Νικόλαος Θεοτόκης, πρώην υπουργός Ναυτικών και Στρατιωτικών, Γεώργιος Χατζανέστης, αντιστράτηγος και διοικητής της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος και πρώην υπουργός, και Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος και πρώην υπουργός.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, «από 1ης Νοεμβρίου 1920 και εφεξής μέχρις της 26ης Αυγούστου 1922, συναποφασίσαντες μετά των συνυπουργών υμών περί πράξεως εσχάτης προδοσίας, εκουσίως και εκ προθέσεως υπεστηρίξατε την εισβολήν ξένων στρατευμάτων, ήτοι του τουρκικού εθνικιστικού στρατού, εις την επικράτειαν του Βασιλείου, τουτέστιν εις την υπό της Ελλάδος κατεχομένη και διά της Συνθήκης των Σεβρών κατακεκυρωμένην χώραν της Μικράς Ασίας, παραδώσαντες άμα εις τον εχθρόν πόλεις, φρούρια, μέγα μέρος του στρατού και μεγίστης αξίας υλικόν πολέμου…»
Η Δίκη των Εξ είχε αρχίσει στις 9:00 π.μ. της Δευτέρας 31ης Οκτωβρίου 1922, σε ειδικά διασκευασμένη αίθουσα της Βουλής. Την Τρίτη 1η Νοεμβρίου είχε καταθέσει ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, ο αντιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας, που κατά την άποψη πολλών θα έπρεπε να βρίσκεται κι αυτός στο εδώλιο του κατηγορουμένου, καθώς είχε διατελέσει επί μακρόν αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, κι ενώ κατέθεταν διάφοροι μάρτυρες κατηγορίας και μάρτυρες υπεράσπισης, ο μεν Βενιζέλος, από τη Λωζάννη, φρόντισε να αποστασιοποιηθεί από την όλη διαδικασία, ο δε Γούναρης, ο οποίος έπασχε από τύφο, υποχρεώθηκε λόγω της ραγδαίας επιδείνωσης της υγείας του να μεταφερθεί σε κλινική, όπου παρέμεινε φρουρούμενος έως το τέλος της δίκης.
Όταν έφθασε η ώρα των απολογιών, άπαντες οι κατηγορούμενοι απέρριψαν το κατηγορητήριο, προεξάρχοντος του Γούναρη, ο οποίος με την απολογία του, που διαβάστηκε από το γραμματέα του στρατοδικείου, επιχείρησε να αποκρούσει την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας με ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις στα επίμαχα θέματα (εγκατάλειψη μικρασιατικών εδαφών, δημοψήφισμα για την επάνοδο του Κωνσταντίνου, κατάληψη Βόρειας Ηπείρου, επιχείρηση προς Άγκυρα).
Το μεσημέρι της δέκατης πέμπτης ημέρας της δίκης, της Δευτέρας 14ης Νοεμβρίου 1922, ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση, ενώ το απόγευμα πραγματοποιήθηκε σε τεταμένο κλίμα συνάντηση μεταξύ του Πλαστήρα και του πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας, Λίντλεϊ.
Γύρω στα μεσάνυχτα ολοκληρώθηκε η αποδεικτική διαδικασία και το δικαστήριο αποσύρθηκε σε διάσκεψη. Οι κατηγορούμενοι ανέμεναν πλέον την απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου. Ο Πρωτοπαπαδάκης, σιωπηλός. Ο Μπαλτατζής, στωικός. Ο Θεοτόκης, νευρικός. Ο Στρατηγός, απαθής. Ο Χατζανέστης, απόμακρος. Ο Γούδας, φλυαρώντας. Και ο Στράτος, αισιοδοξώντας.
Ένα καμιόνι, δύο νοσοκομειακά οχήματα και δύο μικρά επιβατικά αυτοκίνητα έφθασαν στις 2:30 π.μ. στον περίβολο της Βουλής, για να παραλάβουν τους κατηγορουμένους. Στρατιώτες απομάκρυναν τους διαβάτες από τις οδούς Σταδίου και Ομήρου.
Οι στρατοδίκες, που συσκέπτονταν επί έξι ολόκληρες ώρες, τάχθηκαν ομοφώνως υπέρ της επιβολής θανατικής ποινής στον Χατζανέστη, αλλά διαφωνούσαν για την τύχη των υπολοίπων.
Στις 6:15 π.μ. επιτεύχθηκε τελικά ομοφωνία, κατόπιν πιέσεων του Παγκάλου, και στις 6:30, όπως προαναφέραμε, ο συγκινημένος Οθωναίος ανακοίνωσε την απόφαση, χωρίς μάλιστα να πει το τυπικό «Λύεται η συνεδρίασις».
Στις 7:30 στρατιωτικό απόσπασμα παρέλαβε από την κλινική της οδού Ασκληπιού τον τελείως εξαντλημένο από την ασθένειά του Γούναρη, ο οποίος κατάφερε πάντως να συντάξει τη διαθήκη του πριν μεταφερθεί στις φυλακές Αβέρωφ, όπου βρίσκονταν ήδη από τις νυχτερινές ώρες οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι.
Στις 11:00 π.μ. οι  καταδικασμένοι σε θάνατο πολιτικοί και στρατιωτικοί επιβιβάστηκαν σε δύο αυτοκίνητα και οδηγήθηκαν στον τόπο της εκτέλεσής τους, στη συνοικία Γουδή. Τοποθετήθηκαν σε μια γραμμή, σε απόσταση δέκα μέτρων ο ένας από τον άλλον. Η σειρά τους: Θεοτόκης, Μπαλτατζής, Στράτος, Γούναρης, Πρωτοπαπαδάκης, Χατζανέστης.
Το εκτελεστικό απόσπασμα, με διοικητή τον ταγματάρχη Τρύφωνα, αποτελούσαν έξι ομάδες των πέντε ανδρών. Επικεφαλής σε καθεμία από αυτές ήταν ένας λοχίας.
Ο ανθυπολοχαγός Λίνος ήταν εκείνος που έδωσε τα παραγγέλματα: «Επί σκοπόν!» και μετά «Πυρ!»
Στις 11:27 οι έξι λοχίες έριξαν τις χαριστικές βολές. Νοσοκομειακά οχήματα παρέλαβαν ακολούθως τους νεκρούς, για να τους μεταφέρουν στο Α’ Νεκροταφείο.