Alpha 1 News

Μάτι: Σπαρακτικές ιστορίες










Έχουν περάσει 3 μήνες από τα τραγικά γεγονότα από τη φωτιά στο Μάτι και ακόμα βγαίνουν στο φως νέες ιστορίες που σε παραλύουν. Βγαίνουν νέα στοιχεία για την αναλγησία του Κράτους και την ανεπάρκεια των υπευθύνων που εξοργίζουν.
Νέα πορίσματα από τους ιατροδικαστές που εξέτασαν τις σορούς αναφέρουν πως από τους 99 ανθρώπους που έχασαν με φρικιαστικό τρόπο τη ζωή τους από τη φωτιά, οι 13 δεν πέθαναν στη φωτιά. Πέθαναν πολύ αργότερα, 4 ώρες μετά. Αφού έζησαν τη φρίκη της φωτιάς, την αγωνία για τη σωτηρία τη δικής τους και των συγγενών τους, αφού κατάφεραν να γλιτώσουν και να ελπίζουν για τη σωτηρία, έμειναν αβοήθητοι να παλεύουν με τα κύματα. Νέα μάχη για τη ζωή, νέα αγωνία.
Η βοήθεια από το Λιμενικό και τις αρμόδιες αρχές δεν έφτασε ποτέ. Όπως αναφέρουν μάρτυρες οι πρώτες ιδιωτικές βάρκες έφτασαν στις 22:30 και με 23:00 το βράδυ,ενώ ο αντιεισαγγελέας Εφετών, Ηλίας Ζαγοραίος, κάνει λόγο για ανεπάρκεια, η οποία προδίδεται από την απουσία συντονισμού στους χρόνους της επιχειρησιακής δράσης αλλά και στις αυτενέργειες ή το φιλότιμο όπως το χαρακτήρισε ο ίδιος, των ανδρών του Λιμενικού Σώματος. Ο κ. Ζαγοραίος απεύθυνε ερώτηση στον αρχιπυραγό Χρήστο Λαμπρή:
«Η φωτιά έχει περάσει για πρώτη φορά στις 18,25. […] Ο κόσμος δε ξέρει πού να πάει. Το λιμάνι της Ραφήνας ξεφορτώνει οχήματα μέχρι στις 19.30 και κανένας δεν έχει ενημερώσει ότι η περιοχή καίγεται. Ο λιμενάρχης Ραφήνας το αντιλαμβάνεται μόνος του και αναλαμβάνει δράση. Ποιος θα συντονίσει όλους αυτούς τους φορείς; Υπάρχει το Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων. Εκεί ήταν παρόντες οι πάντες. Τους συντόνισαν; Ή έκανε ο καθένας ό,τι ήθελε και ό,τι του έλεγε το φιλότιμο του να προσφέρει; Σας συντόνισε κάποιος;». Η απάντηση που έλαβε ήταν αρνητική.
Το γεγονός επιβεβαιώνει και η μαρτυρία του Γιώργου Πηλίδη. Περιγράφοντας ότι κατάφερε μαζί με άλλους να φτάσει στη θάλασσα, όχι με τη βοήθεια κάποιου συντονιστικού φορέα, αλλά με τη βοήθεια ενός κυρίου και μιας κυρίας που δεν τους γνώριζε, έμειναν μέσα για περίπου 4 ώρες όταν «στις 22.30 μας περισυνέλεξαν βάρκες. Μας μετέφεραν στο λιμάνι της Ραφήνας όπου βγήκαμε στις 23.30».
Στην ένορκη κατάθεση του ο Λιμενάρχης της Ραφήνας αναφέρει πως ενημερώθηκε για τη φωτιά και την ύπαρξη εγκλωβισμένων από ιδιώτη στις 18:50, ενώ σύμφωνα με μαρτυρίες η φωτιά ήταν αντιληπτή σε όλη τη περιοχή από τις 18:00. Γεγονός που δημιουργεί την απορία γιατί δεν στάλθηκαν βάρκες από το λιμενικό, προληπτικά, για να μεταφέρουν την εικόνα στις ακτές όπως έγινε αντίστοιχα στην Κινέτα.
Ο Δημήτρης Μπαλτάκος, διοικητής της Μονάδας Υποβρύχιων Αποστολών, αναφέρει στην κατάθεσή του ότι οι καιρικές συνθήκες έκαναν ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα «ιδιωτικό σκάφος στο οποίο επέβαινα και εγώ προσέκρουσε σε ξέρα, ανετράπη με αποτέλεσμα την πτώση των επιβατών στη θάλασσα».


Από την ανατριχιαστική μαρτυρία της κ. Αθηνάς Μουτάφη αποκαλύπτεται ότι μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε φίλης της στις 18:15 και με το Δήμο Ραφήνας της είπαν: “δεν γνωρίζουμε κάτι, εμείς μαζεύουμε και εγκαταλείπουμε".
Η μαρτυρία της:
«Κολυμπούσαμε για περίπου 5 ώρες. Μετά από δύο ώρες στη θάλασσα, η φίλη μου, μου είπε: “…να πεις στα παιδιά μου ότι τα αγαπώ” και αφού με απομάκρυνε κατέληξε. Οι συνθήκες στη θάλασσα καθ’ όλη τη διάρκεια ήταν δυσμενείς με έντονο κυματισμό και ρεύματα. Μετά από περίπου μία ώρα από το θάνατο της φίλης μου, ο γιος μου άρχισε να παραπονιέται για έντονη δυσφορία, κράμπες και ότι δεν έβλεπε, ενώ κάποιες στιγμές μου έλεγε “δεν θα αντέξω μαμά”, ενώ λίγο αργότερα κατέληξε στα χέρια μου», περιέγραψε.
Η μάρτυρας τέλος, υποστηρίζει ότι «περίπου στις 18.15 που φύγαμε από το σπίτι, η φίλη μου επικοινώνησε με το Δήμο Ραφήνας όπου κάποιος που σήκωσε το τηλέφωνο, πιθανόν υπάλληλος, της είπε: “δεν γνωρίζουμε κάτι, εμείς μαζεύουμε και εγκαταλείπουμε”».
Συγκλονιστική είναι και η μαρτυρία και της 13χρονης Ελένης:
«Το απόγευμα κατά τις πέντε παρά κάναμε μπάνιο με τη γιαγιά. Από τη θάλασσα είδαμε ένα σύννεφο καπνού. Είπα στη γιαγιά μου ότι αυτό δεν μου αρέσει καθόλου και να φύγουμε», θυμάται η 13χρονη Ειρήνη Τσούτσουρα. «Γυρίσαμε σπίτι. Είχε πολύ καπνό και τρέξαμε στη θάλασσα. Μετά μπήκαμε μέσα μέχρι τη μέση γιατί έπεσε φλεγόμενη η τέντα από το Cavo και μας έκαιγε τα μαλλιά. Η γιαγιά που -ξέρεις- δε βουτάει το κεφάλι της μέσα στη θάλασσα, της το έβρεχα εγώ το κεφαλάκι για να μην καεί. Οι καπνοί μας έπνιγαν. Καιγόταν το πεύκο έξω κι έπεσε μέσα στην παραλία. Όταν μας πήρε η θάλασσα ήμασταν μαζί με τη γιαγιά πριν να σουρουπώσει. Κάποια στιγμή δεν έβλεπα το κεφαλάκι της γιαγιάς. Έμεινα μόνη μου. Δεν έβλεπα τίποτα. Ακολουθούσα τη μυρωδιά του καπνού. Με βρήκαν και με μάζεψαν σε μια μικρή βάρκα μετά σε μια μεγάλη. Δεν ξέρω πού είναι η γιαγιά, κάποια στιγμή δεν την έβλεπα πια».
Όσος καιρός και να περάσει δε θα σταματήσουν να εξοργίζουν και να αφήνουν άφωνους τα στοιχεία και οι μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν τα ανείπωτα και τα ακατανόητα.