Alpha 1 News

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ- ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΟΣ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗ ΡΩΓΜΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ.


Ο Νίκος Παπάζογλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Μαρτίου 1948 “ΕΦΥΓΕ” ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ. ΣΤΑ 63 ΤΟΥ. ΠΡΟΛΑΒΕ ΝΑ ΟΜΟΡΦΥΝΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΓAΛΗ ΤΟΥ ΨΥΧΗ. . .Τα τραγούδια που θα ακολουθούν για πάντα τον Νίκο Παπάζογλου είναι δύο: “Πότε Βούδας, πότε Κούδας”, “Αύγουστος”. Το πρώτο βρίσκεται στον ομώνυμο δίσκο του Μανώλη Ρασούλη και το δεύτερο στο “Χαράτσι” του Νίκου Παπάζογλου. Το κομμάτι ανήκει εξ ολοκλήρου στο “Ν.Π” μια και έγραψε τους στίχους, τη μουσική και βέβαια το ερμήνευσε καταπληκτικά. Δίχως υπερβολή είναι ένα από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια και η ιστορία του έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Την αφηγήθηκε το 1997 στον Αντώνη Μποσκοϊτη και είναι αυτή, όπως την έγραψε στο περιοδικό “Μετρονόμος”, τχ.61. . .Στα τέλη του 1978 έγινε ο σεισμός της Θεσσαλονίκης που προξένησε τον θάνατο πολλών ανθρώπων. Χιλιάδες επίσης έμειναν άστεγοι, ενώ η μετασεισμική δραστηριότητα συνεχιζόταν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Έχοντας υποστεί ζημιές το σπίτι τους, ο Παπάζογλου πρότεινε στη γυναίκα του να πάρει τη νεογέννητη κόρη τους και να πάνε για λίγο καιρό σε συγγενείς τους στην Αμερική, μέχρι δηλαδή να μειωθεί το τρέμουλο της γης κάτω απ' τα πόδια τους. Έτσι και έγινε. . .Μπαίνοντας στον Αύγουστο, δέχτηκε την πρόσκληση του Διονύση Σαββόπουλου να παραθερίσει λίγες μέρες κοντά του στο Πήλιο. Πήγε, αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο ο “Νιόνιος” δεν έκανε διακοπές μόνος του. Περιστοιχιζόταν από την οικογένεια του και νεαρά άτομα, αγόρια και κορίτσια. Σύντομα το πάθος του Παπάζογλου φούντωσε για ένα νεαρό όμορφο κορίτσι. Έλξη απ' αυτές τις ακατανίκητες που φέρνει ο Αύγουστος, η κάψα του ήλιου και η αλμύρα της θάλασσας! Τι θα έκανε ο καλλιτέχνης; Θα απατούσε τη γυναίκα του που έφυγε προσωρινά για να γλυτώσει το στρες των μετασεισμών; Σκεφτόταν και την κόρη του που μόλις είχε έρθει στον κόσμο... Η ιστορία λέει πως ο Παπάζογλου δεν άντεξε άλλο το μαρτύριο ενός μοιραία ανικανοποίητου έρωτα. Μπήκε στο αυτοκίνητο του αποφασισμένος να επιστρέψει στην Θεσσαλονίκη. Στη διαδρομή η μελαγχολίά και οι σκέψεις του χτύπησαν κόκκινο. Ο “Αύγουστος” μόλις είχε συλληφθεί στο μυαλό του, στιχουργικά και μουσικά:
Σ' αγαπάω, μα δεν έχω μιλιά να στο πω, κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος, λειώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ, ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος, κουράγιο, θα περάσει θα μου πεις... Σε ποια έκσταση απάνω, σε χορό μαγικό, μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε... Από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως, που μες στα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε, κι εγώ ο τυχερός που το 'χει δει. Μες στο βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός, αστράφτει, συννεφιάζει, αναδιπλώνεται, μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως, φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται, και φέγγει από μέσα η φυλακή...
Η “φυλακή”! Αυτή “η άτιμη η φυλακή”, έλεγε ο Παπάζογλου, που μας αναγκάζει να είμαστε “νομιμόφρονες”, ήταν υπαίτια τελικά για ένα από τα ομορφότερα και πλέον διαχρονικά ερωτικά ελληνικά τραγούδια. Ήταν η πρώτη φορά, επίσης, πάντα σύμφωνα με τον δημιουργό, που του βγήκε μια μουσική λόγια, κλασικίζουσα, ανεξάρτητη από τις ροκ ή τις λαϊκότροπες καταβολές του παρελθόντος και το τότε παρόντος του.

Δεν υπάρχουν σχόλια